ευρύς

ευρύς
(-έος), εία, ύ
1) прям. , перен. широкий, большой;

σε ευρεία κλίμακα — широко; — в широком масштабе;

οι ευρείς ορίζοντες — широкие горизонты;

2) перен. широкий, обширный; всеобъемлющий, всесторонний;

ευρεία μόρφωση — всестороннее образование;

ευρεία μάθηση — или ευρείς γνώσεις — обширные знания;

ευρεία διάνοια — широкий, всеобъемлющий ум;

ευρεία δράση — широкая деятельность;

3) просторный (о помещении); вместительный (о сосудах)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "ευρύς" в других словарях:

  • εὐρύς — wide masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευρύς — εία ύ (ΑΜ εὐρύς, εῑα, ύ) 1. εκείνος που έχει αρκετή ή μεγάλη έκταση, τού οποίου τα άκρα ή οι πλευρές βρίσκονται σε απόσταση μεταξύ τους, πλατύς, φαρδύς 2. διαδεδομένος (α. «ευρεία φήμη» β. «ευρεία αναγνώριση τής αξίας του» γ) «εὐρὺ κλέος») μσν.… …   Dictionary of Greek

  • ευρύς, -εία, -ύ — πλατύς, φαρδύς, εκτεταμένος, απλωμένος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐρέα — εὐρύς wide fem nom/voc sg (epic ionic) εὐρύς wide neut nom/voc/acc pl (epic ionic) εὐρέᾱ , εὐρύς wide fem nom/voc/acc dual (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρύ — εὐρύς wide neut acc sg εὐρύς wide masc voc sg εὐρύς wide neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυτάτων — εὐρύς wide fem gen pl εὐρύς wide masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυτέρων — εὐρύς wide fem gen pl εὐρύς wide masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυτέρως — εὐρύς wide adverbial εὐρύς wide masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρύτατον — εὐρύς wide masc acc sg εὐρύς wide neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρύτερον — εὐρύς wide masc acc sg εὐρύς wide neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιπαντικά — Ευρύς όρος που περιλαμβάνει όλες τις ουσίες που είναι κατάλληλες για λίπανση (βλ. λ.). Κατάταξη των λ. Η κατάταξη των λ. μπορεί να γίνει σύμφωνα με διάφορα κριτήρια, όπως είναι η φυσική κατάσταση, η προέλευση, οι ειδικές χρήσεις τους κ.ά. Μία… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»